Νατάσα Κασιμάτη

Η αφορμή για μια φιλία

     Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μία κοπέλα όμορφη, όμορφη σαν τα κρύα τα νερά. Την έλεγαν Αφροδίτη, όνομα και πράγμα. Τα μαλλιά της ήταν μακριά, χρυσά σαν τον ήλιο και κυματιστά σαν τα κύματα της θάλασσας. Τα μάτια της ήταν πράσινα και αμυγδαλωτά σαν της γάτας που έκανε βόλτα στην αυλή της Αφροδίτης. Το δέρμα της ήταν λευκό, θαρρείς αριστοκρατικό, ενώ τα χείλη της ρόδινα σαν την ανατολή.

 

     Η Ναυσικά λοιπόν, η γάτα της (γιατί εφόσον έμενε στην αυλή της θεωρούνταν και γάτα της) συνήθως έκοβε βόλτες ευχαριστημένη και όταν τέλειωνε τον καθημερινό περίπατό της πήγαινε και κοιμόταν στα πόδια της Αφροδίτης, ενώ εκείνη σιγοτραγουδούσε. Έτσι έγινε και εκείνη την ημέρα. Η Ναυσικά αφού τελείωσε τη βόλτα της, πήγε και κάθισε στα γόνατα της  Αφροδίτης. Εκείνη, τη χάιδεψε τρυφερά ανάμεσα στα αφτιά και άρχισε να τραγουδάει. Η Ναυσικά βολεύτηκε στην αγκαλιά της Αφροδίτης και έκλεισε τα μεγάλα πράσινα γλυκά μάτια της.

 

    Εκείνο το βράδυ, η Αφροδίτη σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της (για να μη ξυπνήσει τη Ναυσικά που κοιμόταν στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας) και πήγε στο σαλόνι. Κοίταξε μία παλιά φωτογραφία των γονιών της - που είχαν πεθάνει από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα όταν ήταν δεκαεφτά χρονών - και τα μάτια της βούρκωσαν.

 Εκτός από τη Ναυσικά, δεν είχε καμία οικογένεια. Δεν είχε νιώσει ΠΟΤΕ την οικογενειακή θαλπωρή και ούτε κανένας ποτέ της είχε πει: «Σ’ αγαπώ». Η Ναυσικά της το έδειχνε με το βλέμμα. Την κοίταζε με τα όμορφα πράσινα μάτια της και ήταν σαν να της έλεγε όταν ήταν στενοχωρημένη: «Μη φοβάσαι, εγώ είμαι δίπλα σου!» Η Αφροδίτη σκούπισε τα δάκρυά της, σηκώθηκε από την αναπαυτική πολυθρόνα και πήγε για ύπνο.

 

     Το επόμενο πρωί, η Αφροδίτη, αφού έβαλε το πιατάκι με το πρωινό της Ναυσικάς, πήγε μαζί της έναν περίπατο. Ξαφνικά, εκεί που περπατούσαν, ένας σκύλος ξεπρόβαλε από τους θάμνους. Άρχισε να γρυλίζει απειλητικά προς τη φοβισμένη γατούλα και να δείχνει τα κοφτερά του δόντια. Η Ναυσικά τρομοκρατημένη άρχισε να τρέχει, ώσπου στο τέλος χάθηκε από τα μάτια της Αφροδίτης.

 

     Η Αφροδίτη εμβρόντητη, δεν είχε ακόμα συνειδητοποιήσει  τι είχε συμβεί και όταν το κατάλαβε, άρχισε να τρέχει στους δρόμους, φωνάζοντας το όνομα της μικρής γατούλας.

Την έψαξε παντού, αλλά χωρίς αποτέλεσμα! Στους κάδους σκουπιδιών, στο πάρκο της γειτονιάς, ρώτησε τους γείτονες αν την είχαν δει και γενικώς έψαξε σε όλη την περιοχή. Αλλά η Ναυσικά δεν ήταν πουθενά και ούτε κανείς ήξερε για την τύχη της καημένης γατούλας. Η Αφροδίτη έψαχνε τη μικρή της γάτα όλη την ημέρα.        

                    

     Βράδυ πια, κουρασμένη και με δάκρυα στα μάτια,  κάθισε σε ένα παγκάκι και άρχισε να κλαίει. Εκεί λοιπόν που καθόταν άκουσε έναν θόρυβο. Γύρισε και τι να δει! Δίπλα της καθόταν μια μεγαλόσωμη και γεροδεμένη γυναίκα με φθαρμένα και σχισμένα ρούχα. Ήταν απεριποίητη και βρώμικη. Η Αφροδίτη μόλις την είδε τρόμαξε. Όμως, ξαφνικά, συνέβη κάτι το αναπάντεχο! Η τρομακτική γυναίκα άρχισε να της μιλάει και μάλιστα πολύ φιλικά σαν να ήξερε τον πόνο της!

 

     «Τι έχεις; Γιατί κλαις;»

     «Εγώ…»

     «Ξέρω, ίσως να νιώθεις λίγο περίεργα που σε ρωτάει γι’  αυτό το θέμα μια άγνωστη , αλλά πίστεψέ με, στο τέλος μπορεί να νιώσεις καλύτερα!»

     «Δεν ξέρω…»

     «Μπορώ να κάνω εγώ την αρχή. Μπορώ να σου πω εγώ γιατί είμαι στενοχωρημένη».

     «Αν θέλεις».

 

Χωρίς να περιμένει τίποτα άλλο, διηγήθηκε στην Αφροδίτη την  θλιβερή ιστορία της:

 

     Όταν ήταν δεκαοχτώ χρονών, η μαμά της πέθανε από καρκίνο. Η απώλειά της ήταν μεγάλη! Χωρίς αυτή το σπίτι δεν είχε ζωντάνια όπως παλιά. Μα πιο πολύ απ’ όλους, στενοχωρήθηκε ο μπαμπάς. Είχε αλλάξει πολύ. Η φωνή του έγινε βραχνή και ήταν συνεχώς απότομος και φειδωλός στα λόγια. Το κορίτσι ήταν πολύ δυστυχισμένο!

 

     Μια μέρα, η νεαρή Μελίνα (το κοριτσάκι) άργησε να επιστρέψει από το σχολείο. Ο μπαμπάς της, της έβαλε τις φωνές. Μετά τη χτύπησε και την έβαλε στο δωμάτιό της. Η Μελίνα πήρε μια τσάντα και έφυγε κρυφά απ’ το σπίτι. Μετά άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μέχρι που απομακρύνθηκε απ’ την περιοχή. Από τότε ζούσε μόνη της, άστεγη και μετανιωμένη χωρίς φίλους, χωρίς οικογένεια! Μάλιστα πριν από μερικά χρόνια είχε βρει μια δουλειά, αλλά τελικά δεν κράτησε για πολύ.

 

     Η Αφροδίτη κοκάλωσε! Λυπήθηκε πολύ για την καημένη την κοπέλα. Η φωνή της Μελίνας την έβγαλε από τις σκέψεις της:

 

     «Σειρά σου! Εσύ τι έχεις;»

     «Η γατούλα μου χάθηκε…», είπε ντροπαλά.

 

     Ένιωσε άσχημα γιατί σκέφτηκε ότι ίσως η Μελίνα να μην τη καταλάβαινε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε:

 

     «Οι γονείς μου είχαν πεθάνει όταν ήμουν μικρή και το μόνο που έχω τώρα στη ζωή μου είναι αυτή».

     «Μην ανησυχείς, θα τη βρούμε».

     «Βρούμε; Τι εννοείς βρούμε;»

     «Εννοώ ότι θα σε βοηθήσω να τη βρεις. Όμως, πώς σε λένε;»

     «Χίλια ευχαριστώ κυρία!!! Με λένε Αφροδίτη».

     «Μπορείς να με λες Μελίνα. Πάμε τώρα».

 

      Οι δύο γυναίκες χωρίστηκαν και άρχισαν να ψάχνουν. Μετά από δύο ώρες, η Μελίνα βρήκε ένα λερωμένο και αδύνατο γατάκι στους κάδους των σκουπιδιών. Ήταν η Ναυσικά! Χρειαζόταν όμως ένα καλό μπάνιο και αρκετό ύπνο. Η Αφροδίτη,  πήγε με τη Μελίνα και τη Ναυσικά στο σπίτι  και αφού έβαλαν τη Ναυσικά να ξαπλώσει, πήγαν στο σαλόνι και άρχισαν να συζητάνε:

 

     «Τι ωραίο σπίτι!»

     «Σ΄ αρέσει;»

     «Ναι! Έχω χρόνια να δω κανονικό σπίτι. Συνήθως σπίτι για μένα είναι κάτι παγκάκια».

     «Τώρα, μπορείς να έχεις ένα σπίτι!»

     «Αλήθεια; Δηλαδή μπορώ να μείνω;»

     «Βεβαίως! Θα ήταν πολύ ωραίο αν συγκατοικούσαμε! Έτσι κι αλλιώς, το σπίτι είναι πολύ μεγάλο για ‘μένα. Θα ήθελες;»

     «Βεβαίως! Τέλεια! Σ’ ευχαριστώ πολύ».

     «Καλωσόρισες στο νέο σου σπίτι!»

 

 

 

ΚΑΙ ΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!!!

Νατάσα Κασιμάτη

10 ετών